Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Βαρυθυμία


Βαρυθυμία : δυσάρεστη ψυχική κατάσταση, δυσφορία, κακοκεφιά, δυσθυμία, κατά μίαν έννοια βαρεμάρα. Απλά ακούγεται καλύτερα ως βαρυθυμία, άσε που σαν λέξη εμπεριέχει και το επακόλουθο της βαρεμάρας : την κακοκεφιά. Ζήτησα από τον μικρό μικρό άνθρωπο να μου περιγράψει την βαρυθυμία και πώς αυτή έχει επηρεάσει την προσπάθειά του να μην γίνει ανθρωπάκος. Και μου είπε :
Δεν ξέρω γιατί, αλλά πάντοτε, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ανάλογα με την ψυχική μου κατάσταση με ταυτίζω με έναν ήρωα κόμικ. Από τους πιο πολυχρησιμοποιημένους ήρωες μου είναι ο Γκρινιάρης από τα στρουμφάκια. Αυτή η φράση του «Μου τη δίνουν τα……..», την έχω χρησιμοποιήσει πολλές φορές. Το φοβερό με αυτόν τον ήρωα είναι ότι ουσιαστικά του την δίνουν όλα, και ακόμη πιο πολύ ο εαυτός του. Θαυμάζω τους κομιξάδες που καταφέρνουν να αποτυπώσουν μία έκφραση προσώπου σε ένα ακίνητο σκίτσο τόσο καλά ώστε αυτό να ζωντανεύει. Η έκφραση αυτή του Γκρινιάρη νιώθω ότι με ακολουθεί πολλές φορές. Καταλαβαίνεις λοιπόν, πόσο πολύ με έχει απασχολήσει η βαρυθυμία.
Ως διαστροφικός άνθρωπος που είμαι προσπαθώ απεγνωσμένα να βρω από πού πηγάζει η βαρυθυμία και πώς δημιουργείται. Είναι καταπληκτικό πώς μπορεί κανείς να βυθιστεί σε αυτήν από τη μία στιγμή στην άλλη. Σαν το μποτιλιάρισμα, ξεκινάει ξαφνικά, λες και κάποιος πέταξε αυτοκίνητα στον δρόμο από τον ουρανό και έτσι όπως ξαφνικά ξεκίνησε χάνεται. Έτσι συμβαίνει και με την βαρυθυμία. Εκεί που είσαι καλά, κάποιο αόρατο ον σε βομβαρδίζει με δυσάρεστες σκέψεις. Και δεν υπάρχει χειρότερο. Έτσι και βυθιστείς, τέλειωσες, το μυαλό σου κόλλησε στα άσχημα, μάταια εσύ προσπαθείς να σκεφτείς κάτι καλό, να ξεφύγεις, αυτό σαν καλός μαθητής ανακυκλώνει τα ίδια και τα ίδια δυσάρεστα. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς δημιουργείται η βαρυθυμία. Όλοι μας έχουμε πει την φράση «δεν ξέρω γιατί, αλλά βαριέμαι» ή «δεν ξέρω γιατί, αλλά είμαι κακόκεφος σήμερα, έτσι ξύπνησα». Σκέφτηκα λοιπόν το εξής : να καταγράφω κάθε φορά που αισθάνομαι έτσι, αυτά που αισθάνομαι αναλυτικά, τις σκέψεις που κάνω εκείνες τις στιγμές. Και να συνεχίζω την καταγραφή μέχρις ότου ξεφύγω εντελώς από αυτό το συναίσθημα. Προσπάθησα δηλαδή να αποτυπώσω τις σκέψεις μου κατά την δημιουργία και την κορύφωση της βαρυθυμίας, αλλά και κατά την ύφεσή της. Αγαπητή μου, το αποτέλεσμα ήταν τραγικό. Πέρασα ολόκληρους μήνες καταγραφής, γέμισα τετράδια και τετράδια, ξενύχτησα προσπαθώντας να βγάλω έναν αλγόριθμο που θα με βοηθούσε να κατανοήσω την πορεία της βαρυθυμίας μου. Τίποτα δεν κατάφερα! Όσο και αν προσπαθούσα να κατηγοριοποιήσω τις σκέψεις κατά την βαρυθυμία και λίγο μετά, δεν μπόρεσα να βγάλω άκρη. Η τέλεια παρομοίωση είναι ο ήλιος που ανατέλλει. Είναι σκοτάδι, και ξαφνικά αρχίζει να χαράζει και όσο και αν δυσκολεύονται τα μάτια σου να συνηθίσουν το φως αυτό γίνεται όλο και πιο έντονο και εσύ αναρωτιέσαι πώς μέσα σε πέντε λεπτά το φως αντικατέστησε το σκοτάδι.
Ίσως είναι λίγο απογοητευτικό για την έξυπνη κατά τα άλλα ανθρώπινη φύση, αυτό που θα πω, αλλά νομίζω ότι τελικά εμείς είμαστε αυτό το ον που «πετάει» στον εαυτό του τις αφορμές για βαρυθυμία. Ίσως όχι μόνο στον εαυτό του αλλά και σε άλλους, μόνο που τότε μιλάμε για την κακία, που δεν με ρώτησες για αυτήν. Είμαστε ήσυχοι, αδιάφοροι ψυχολογικά ή και χαρούμενοι, και ξαφνικά αποφασίζουμε να «ρίξουμε» λίγο τον εαυτό μας, οπότε ξεκινάμε και αφήνουμε την σκέψη μας να πάει σε δυσάρεστα πράγματα. Η σκηνή και το έργο υπάρχει στο μυαλό μας. Εμείς απλά αποφασίζουμε σαν σκηνοθέτες πότε θα αφήσουμε να παιχτεί η μία σκηνή και πότε η άλλη. Θα μου πεις, μα γιατί να το κάνουμε αυτό στον εαυτό μας ; Είναι νομίζω ένα κολπάκι του μυαλού μας για να μπορέσει να εστιάσει καλύτερα μετά (αφού δηλαδή φύγει η βαρυθυμία) στα ευχάριστα, χωρίς να είμαστε άπληστοι και ανικανοποίητοι. Γιατί εκτιμάς καλύτερα το καλό που σου έρχεται μετά από κάτι κακό. Δυστυχώς το χρειαζόμαστε αυτό το ταρακούνημα για να κατανοούμε τη σημασία της ζωής. Ένα κολπάκι είναι για να πολεμήσουμε την τραγικά ανικανοποίητη φύση μας.
Η άλλη πλευρά της βαρυθυμίας είναι τι αυτή προκαλεί, μέχρι τώρα εξετάσαμε πώς δημιουργείται. Δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Δηλαδή, κάποιος θα πει, εντάξει νιώθεις έτσι, κάνεις κακό στον εαυτό σου κυρίως. Όχι!! Και αυτή είναι η παγίδα της. Η βαρυθυμία μπορεί να αποτελέσει το άλλοθί σου για να γίνεις ανθρωπάκος. Και όταν κάποιος γίνεται ανθρωπάκος βλάπτει κυρίως τους άλλους. Λες «δε βαριέσαι, εγώ θα σώσω αυτόν τον κόσμο, εγώ θα πηγαίνω πάντα με το σταυρό στο χέρι;» και κάνεις πράξεις ανθρωπάκου. Είναι παγίδα η βαρυθυμία, ξεκινάει σαν κολπάκι επαγρύπνησης του μυαλού μας και μπορεί να ξεφύγει καταλήγοντας στην απόλυτη απενοχοποίηση.
Σχετικά με μένα, δεν θα μπορούσα να αποτελέσω εξαίρεση. Προφανώς και η βαρυθυμία μου ξέφυγε και όχι μόνο μια φορά. Αυτό που μπορώ να σου πω είναι ότι ένιωθα συνέχεια κολλημένος σε λάσπη, προσπαθούσα να κινήσω τα πόδια μου και δεν μπορούσα, όσο προσπαθούσα να κινηθώ τόσο ένιωθα να βουλιάζω. Και τι έκανα ; Σταμάτησα να προσπαθώ να κινηθώ, χαζό ε;; Αυτή είναι η βαρυθυμία του ανθρωπάκου που σου λέω. Αν έγινα ανθρωπάκος ; Προφανώς! Και λυπάμαι πολύ για αυτό. Προκάλεσα πόνο σε ανθρώπους που αγαπώ πολύ, χωρίς να το θέλω.
Επειδή δεν είναι εύκολο να πεις με σιγουριά «δεν θα ξαναπέσω σε αυτήν την παγίδα», αποφάσισα να κάνω το εξής : κάθε φορά που νιώθω έτσι, ανοίγω κάποιο από εκείνα τα δεκάδες τετράδια καταγραφής που περιέγραψα πριν και πηγαίνω κατευθείαν στις σκέψεις που έκανα κατά την κορύφωση της βαρυθυμίας. Τα διαβάζω και μου φαίνονται τραγικά, νιώθω βλάκας και αυτόματα σταματάνε όλες αυτές οι άσχημες σκέψεις, μένει μόνο το συναίσθημα της απορίας (λες «είμαι τόσο χαζός και παιδεύω τον εαυτό μου έτσι με αυτά που σκέφτομαι;», αλλά αυτό ξεπερνιέται ανώδυνα!). Νιώθω ότι κατάφερα να ξεγελάω το μυαλό μου και χαίρομαι για αυτό. Προσπάθησε και εσύ, είναι ωραίο να προσπαθούμε να ξεγελάσουμε το μυαλό μας γιατί είναι σαν να παίζεις σκάκι στον υπολογιστή, δεν βλέπεις τον αντίπαλο, ξέρεις ότι είναι πολύ πιο έξυπνος και ικανός από εσένα, όμως όταν καταφέρνεις και νικάς, η νίκη έχει άλλη γεύση!!

………………………….
Ραντεβού την Τετάρτη 2 Ιουνίου με το συναίσθημα της γαλήνης.

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

Απόγνωση

«Απόγνωση ; Απόγνωση! Θα πρέπει κάποιος να είναι σε απόγνωση για να μπορέσει να γράψει ή να θέλει να γράψει για αυτήν ;» (Ωραία μου την είπε ο μικρός μικρός άνθρωπος, σκέφτηκα!).
Και συνέχισε :
Δεν έχω αποφασίσει αν η απόγνωση έρχεται σε εμάς από τους άλλους ή εάν εμείς οι ίδιοι την δημιουργούμε.
Δηλαδή, οι συνθήκες μας κάνουν να νιώθουμε απόγνωση ή εμείς δημιουργούμε τις συνθήκες της απόγνωσης και παγιδεύουμε τον εαυτό μας σε αυτές; Και οι δύο περιπτώσεις έχουν ένα κοινό παρονομαστή : αυτόν της ταπείνωσης του εγώ μας.
Στην πρώτη περίπτωση : ωθούμενοι ή πιεσμένοι από τις συνθήκες που ζούμε και κάποιες συγκεκριμένες καταστάσεις εγκλωβιζόμαστε και νιώθουμε όλα εκείνα τα «ωραία» συναισθήματα, όπως ηττοπάθεια, μιζέρια, κλπ. που μας οδηγούν στην απόγνωση. Δηλαδή στην κατάσταση της φυλακής. Γύρω γύρω κάγκελα και εσύ από την μέσα πλευρά να μην μπορείς να βγεις. Αυτό είναι η απόγνωση για μένα. Ανάλογα με τις καταστάσεις, αλλάζει το είδος της απόγνωσης, δηλαδή τα κάγκελα, εσύ όμως παραμένεις φυλακισμένος. Μπορεί επίσης, ταυτόχρονα ένα άνθρωπος (υπερευαίσθητος κατά την γνώμη μου και επομένως ιδιαίτερα αδύναμος) να νιώθει απόγνωση για πολλά πράγματα. Πάλι είναι φυλακισμένος, απλά τα κάγκελα δεν είναι ίδια μεταξύ τους. Δηλαδή άλλο είναι πιο χοντρό, άλλο είναι πιο λεπτό, κλπ. Έτσι δυσκολεύει και η απόδραση από την απόγνωση, γιατί θα πρέπει το κάθε κάγκελο να αντιμετωπισθεί μοναδικά.
Από την άλλη πλευρά έχουμε την απόγνωση που δημιουργείται από εμάς τους ίδιους. Δηλαδή, σαν σοφοί δρουΐδηδες δημιουργούμε προσεκτικά και με κάθε λεπτομέρεια τις συνθήκες της απόγνωσης, και προσοχή, όχι όποιες και όποιες. Αυτές που ταιριάζουν γάντι σε εμάς, σαν κοστούμι, έτσι ώστε όταν είμαστε έτοιμοι, τσουπ!! να μπούμε στο ρούχο που μας ετοιμάσαμε. Η απόγνωση αυτή είναι περισσότερο ύπουλη από την πρώτη, γιατί είναι δικό μας δημιούργημα και ο άνθρωπος ως ον εγωιστικό, κάθε τι δικό του το θεωρεί τέλειο.
Ο αντίλογος είναι : Ποιος φταίει ; Εγώ που νιώθω έτσι ή αυτοί που μας το προκαλούν ;Το ζητούμενο για μένα δεν είναι αυτό. Σημασία έχει ο κάθε ένας από εμάς να μην αφήνει τις συνθήκες της απόγνωσης να ριζώσουν μέσα του. Η δεύτερη απόγνωση ουσιαστικά έπεται της πρώτης. Δηλαδή οι συνθήκες δημιουργούν την απόγνωση και στη συνέχεια απλώνουν παντού τις ρίζες της και αν την αφήσεις περνά στη επόμενη φάση, δηλαδή όχι μόνο δεν την διώχνεις αλλά την φροντίζεις κιόλας. Την τροφοδοτείς συνεχώς. Πώς ; Με το να νιώθεις μιζέρια συνέχεια.
Είναι ύπουλο συναίσθημα η απόγνωση. Σε οδηγεί στην καταστροφή. Ίσως είναι το πιο άμεσο συναίσθημα για να γίνει κανείς ανθρωπάκος. Το κύριο χαρακτηριστικό του αθρωπάκου είναι η ταπείνωση και αυτό το κάνει τέλεια η απόγνωση και η χαμηλή αυτοπεποίθηση. Τη χρονιά που διανύουμε χρησιμοποίησα την λέξη απόγνωση περισσότερες φορές από ότι την έχω χρησιμοποιήσει μέχρι τώρα στη ζωή μου. Έκανα ότι δεν έπρεπε. Την άφησα να ριζώσει στη ψυχή μου, να αναπαραχθεί και εγώ σαν καλός κηπουρός την φρόντιζα. Νομίζω ότι ζούσα πια, μόνο για να είμαι σε απόγνωση.
Πώς ξέφυγα ; Δεν ξέρω.
Ίσως είναι αυτή η σχέση οργανισμού-ξενιστή που κάποια στιγμή φτάνει στο τέλος : ή ο ξενιστής θα εξολοθρεύσει τον οργανισμό ή ο οργανισμός τον ξενιστή. Σε μένα έγινε ευτυχώς το δεύτερο.
Δεν θα θελα΄να γράψω κάτι άλλο για την απόγνωση. Είναι μια λέξη που σε μένα ξυπνάει άσχημες μνήμες. Είναι μια λέξη ταμπού, ακόμη και η ηχώ της είναι ικανή να μου δημιουργήσει άσχημες σκέψεις. Έχω αποφασίσει ότι δεν θα ξαναπώ αυτή την λέξη. Όχι, από φόβο αλλά συνειδητοποίησα ότι είναι μια λέξη που μπορεί να χωρέσει τόσα πολλά άσχημα συναισθήματα μαζί, που καλύτερα να μην την προκαλούμε, ούτε καν σαν ηχώ.
…………………………….

Ραντεβού την Κυριακή 23 Μαΐου με το συναίσθημα της βαρυθυμίας.

Κυριακή, 2 Μαΐου 2010

Αγάπη

«Πάντα με δυσκόλευε αυτό το συναίσθημα. Ίσως γιατί ανάλογα με το αν το χρησιμοποιήσεις σωστά ή λάθος είναι τα πάντα ή το τίποτα».

Αυτά ήταν τα λόγια του μικρού μικρού ανθρώπου, όταν τον ρώτησα για το συναίσθημα της αγάπης. Χείμαρρος ορμητικός συνέχισε :

Δεν ξέρω αν μπορώ να το περιγράψω αυτό το συναίσθημα, δεν ξέρω καν αν μπορώ να το ακουμπήσω. Στο μυαλό μου το έχω περισσότερο σαν εικόνες και αισθήσεις. Σίγουρα πάντως είναι αυτό το συναίσθημα στο οποίο οφείλω αυτό που είμαι (αγάπη που είναι τα πάντα) και αυτό που δεν είμαι (αγάπη που οδηγεί στο τίποτα), δηλαδή που είμαι άνθρωπος και δεν είμαι ανθρωπάκος (αντίστοιχα!).

Αγάπη είναι μια ηλιόλουστη μέρα, με ένα ελαφρύ δροσερό αεράκι που χωράει μέσα του όλα τα αρώματα της άνοιξης, όλα ανθισμένα, χρώματα παντού και εσύ να νιώθεις την καρδιά σου ανάλαφρη.

Αγάπη είναι να νιώθεις αυτήν την ξεγνοιασιά των παιδικών σου χρόνων.

Αγάπη είναι να νιώθεις τόσο τυχερός που μπορείς και αγαπάς, τόσο δυνατός, κυρίαρχος του κόσμου, που μπροστά σου και ο Μέγας Αλέξανδρος φαντάζει στρατιωτάκι.

Αγάπη είναι να είσαι στην αμμουδιά, σούρουπο, και ο μόνος ήχος που ακούς να είναι ο παφλασμός των κυμάτων, η μόνη μυρωδιά που μυρίζεις αυτή της αλμύρας.

Αγάπη είναι καλοκαιρινό πρωινό, ο ήλιος να έχει ξεκινήσει ήδη να καίει, να ακούς τα τζιτζίκια, και εσύ να ανεβαίνεις στο καράβι έτοιμος για τις εξορμήσεις σου στα νησιά.

Αγάπη είναι φθινοπωρινό απόγευμα, το χώμα να μυρίζει βροχή και τα πουλιά να κελαηδούν αποχαιρετώντας το καλοκαίρι.

Αγάπη είναι να τρέχεις πάνω στα πεσμένα φύλλα των δέντρων.

Αγάπη είναι χειμωνιάτικο πρωινό με καθαρό ουρανό και κρύο, να είσαι δίπλα στο τζάκι κουλουριασμένος σαν χαδιάρικο γατάκι.

Αγάπη είναι να έχεις την γεύση της καραμέλας στα χείλη σου, αγάπη είναι να ονειρεύεσαι με τα μάτια ανοιχτά.

Αγάπη είναι να πλημμυρίζεις ευτυχία με μία σκέψη.

Αγάπη είναι να μιλάς ασταμάτητα για την αγάπη, ενώ σκέφτεσαι αυτόν που αγαπάς (όπως εγώ!). Αγάπη είναι όλα τα παραπάνω και άλλα χιλιάδες.

Όμως τα πάντα έχουν δύο όψεις. Η αγάπη που προσπάθησα να περιγράψω παραπάνω είναι η αγάπη που είναι τα πάντα. Δεν μπορώ όμως να παραλείψω την αγάπη του τίποτα, γιατί δυστυχώς είναι μια πραγματικότητα.

Η αγάπη πολλές φορές τα θέλει όλα με κάθε τίμημα. Ξεκινάει με το αγγελικό προσωπάκι της αγάπης και σιγά σιγά γίνεται η αγάπη του τίποτα.

Είναι εγωιστικό συναίσθημα η αγάπη του τίποτα. Αδηφάγο τέρας, που τρώει όλα τα συναισθήματα που γεννάει η αγάπη και σε οδηγεί στο τίποτα.

Η αγάπη του τίποτα είναι ζηλιάρα, μοχθηρή, δεν θέλει να ακουμπάει κανείς άλλος το «αντικείμενό» της. Η αγάπη του τίποτα ωθεί τους ανθρώπους σε λάθος δρόμους.

Η αγάπη του τίποτα μπορεί να απευθύνεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, από άνθρωπο στα χρήματα, στη δόξα στην εξουσία, κλπ.

Η αγάπη του τίποτα με έχει οδηγήσει σε σκέψεις ή και σε πράξεις ανθρωπάκου. Η αγάπη του τίποτα γεννά φόβο και αυτοί που αγαπούν έτσι, καταλήγουν να αγαπούν μόνο ό,τι φοβούνται.

Η πραγματική αγάπη που είναι τα πάντα είναι ένα καρότο, δηλαδή εμείς είμαστε το γαϊδουράκι και αυτή το κρεμασμένο καρότο. Εμείς τρέχουμε, τρέχουμε, νομίζοντας ότι το φτάνουμε και εκείνη ακίνητη μας κοιτάζει περιπαιχτικά. Όλα κινούνται γύρω από εκείνη. Είναι το συναίσθημα μπάμπουσκα. Μέσα του κρύβει όλα τα συναισθήματα, βγαίνει το ένα, ξεπηδά το άλλο….

Αυτά είναι η αγάπη, ένα πολύχρωμο γαϊτανάκι.

……………………………

Ραντεβού την άλλη Τετάρτη 12 Μαΐου με το συναίσθημα της απόγνωσης.