Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Χαρά


«Το ξέρω ότι είμαι αδικαιολόγητος στα μάτια σου, αλλά δεν μπορούσα να μιλήσω για τη χαρά», και ο μικρός μικρός άνθρωπος μετά από πολύ καιρό μίλησε ξανά.
Μετά την τελευταία μας συνομιλία, ακολούθησαν μέρες γεμάτες απογοήτευση και φόβο. Χωρίς να το καταλάβω, άφησα πάλι να με σκεπάσει το πανί της μιζέρια, οπότε καταλαβαίνεις ότι το να σου μιλήσω για την χαρά φάνταζε άπιαστο όνειρο. Μη νομίζεις ότι και τώρα που σου μιλάω, είναι η κατάλληλη στιγμή, αλλά το επεξεργάζομαι μήνες.
Σκέφτομαι, σκέφτομαι και από τη μία βουτηγμένος στην απογοήτευσή μου δεν μπορώ να περιγράψω τη χαρά, και από την άλλη νιώθω αχάριστος ως προς τη ζωή μου γιατί, ναι, υπάρχουν και καλύτερα, αλλά υπάρχουν και χειρότερα, και δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό.
Ψάχνοντας λοιπόν την φιγούρα της χαράς με βοήθησε ένα όνειρο. Ένα επαναλαμβανόμενο για πολύ καιρό όνειρο: ήμουν ακόμη μαθητής δημοτικού και μόλις είχαν αρχίσει οι διακοπές του καλοκαιριού. Αυτή η αίσθηση της τελευταίας μέρας του σχολείου, που σχεδόν πάντα συνοδευόταν από το καθιερωμένο μπουγελοπόλεμο και μετά θάλασσα και μόνο θάλασσα!!!! Τόσο μεγάλο αίσθημα χαράς που ακόμη το θυμάμαι. Οπότε αποφάσισα να σου μιλήσω για εκείνο το συναίσθημα. Μετά όμως το ξανασκέφτηκα. Δεν μπορεί από τότε και έπειτα να μην έχω άλλες στιγμές χαράς?? Προφανώς και έχω, απλά δεν είναι τόσο έντονες στη μνήμη μου. Και άρχισα να ψάχνω το γιατί. Οπότε κατέληξα ότι η χαρά είναι συνυφασμένη με την ξεγνοιασιά, για αυτό και εκείνο το συναίσθημα των παιδικών μου χρόνων είναι τόσο έντονο.
Οι στιγμές χαράς που ακολούθησαν ξεφούσκωναν γρήγορα, δεν μπόρεσαν να με απογειώσουν. Γιατί πολύ απλά, άφησα τις ανησυχίες μου να γίνουν βαρίδια, αγκιστρώθηκαν πάνω στις χαρές μου και τις προσγείωσαν. Για αυτό μεγαλώνοντας, όλο και πιο συχνά στις αναμνήσεις μου, αποζητώ εκείνες τις ξέγνοιαστες μέρες, γεμάτες με άρωμα καρπουζιού, που θυμάμαι τον εαυτό μου να κουρνιάζει ξεθεωμένος, από τη θάλασσα και τις ποδηλατάδες, στην αγκαλιά του πατέρα μου.
Γιατί άραγε αφήσαμε το μυαλό μας να δεσμεύσει έτσι τις χαρές μας? Γιατί το αφήσαμε να τις φυλακίσει σε ένα κλουβί? Μου έρχεται στο μυαλό ο Τουίτι, αυτό το χαριτωμένο κατακίτρινο καναρινάκι. Αυτές είναι οι χαρές μας. Κλεισμένες σε ένα κλουβί, που απέξω του παραφυλάει ο Συλβέστερ. Αυτός ο γάτος που στόχο έχει να φάει τον καημένο τον Τουίτι. Έτσι και το μυαλό μας, σαν τον γατούλι φοβίζει τις χαρές μας. Δεν της αφήνει να πετάξουν και να ζήσουν ελεύθερες. Και κάπου εκεί ανάμεσα η γιαγιά. Πόσες φορές δεν έχει σώσει από του χάρου τα δόντια τον Τουίτι από τον Συλβέστερ?
Κάπως έτσι και εμείς, γνωρίζουμε ότι το σωστό είναι να αφήσουμε τις χαρές μας ελεύθερες (Τουίτι) αλλά δεν τολμάμε, τις φυλακίζουμε, νομίζοντας ότι έτσι θα τις έχουμε και πάντα. Και τσουπ! έρχεται η λογική, το μυαλό μας (Συλβέστερ) σαν καλός φύλακας και σου λέει «μην ανησυχείς» θα προσέχω εγώ τις χαρές σου. Και μετά έρχεται η συνείδηση (γιαγιά) και λέει, άσε θα προσέχω εγώ και τους δύο. Και το παιχνίδι χάθηκε.
Ενώ, όταν ήμασταν παιδιά υπήρχε μόνο Τουίτι να πετάει ψηλά στον ουρανό, ούτε κλουβιά, ούτε γατούληδες, ούτε γιαγιάδες. Κανείς δεν χωρούσε ανάμεσα σε εμάς και στις χαρές μας. Μεγαλώνοντας, το μυαλό άρχισε να βάζει όρους, στην αρχή ο Τουίτι πετούσε λιγότερο ψηλά γιατί ήταν επικίνδυνα, μετά λιγότερο σε διάρκεια και στο τέλος καθόλου…
Πόσο λυπηρό είναι πάλι αυτό το κλείσιμό μου, γιατί δε φυσάει αυτό το αγέρι να μας πάρει μακριά από το μυαλό μας, γιατί???
(http://www.youtube.com/watch?v=W74DSSTaIuU&feature=related)
……………………….
Ραντεβού με το συναίσθημα της ψύχωσης